Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Θεσσαλονίκη, Σελανίκ, Σολούν, Σαλονίκ.

103 χρόνια και 1 ημέρα πέρασαν από τον 1ο Βαλκανικό Πόλεμο, την ¨απελευθέρωση¨ της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς και την ενσωμάτωσή της στον κορμό του ελληνικού κράτους. 






Η 26η Οκτωβρίου έχει παράλληλα διπλή σημασία για τη «νύμφη του Θερμαϊκού», καθώς εκτός από την ημερομηνία ¨απελευθέρωσής¨ της, συμπίπτει με την γιορτή του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου αγίου της πόλης. 



Η ¨απελευθέρωση¨ της πόλης αποτέλεσε για πολλούς το αποκορύφωμα των βαλκανικών πολέμων, σύμφωνα πάντα με την παραδιδόμενη, κυρίαρχη και επικρατούσα αφήγηση. 






Έτσι και φέτος οι επίσημοι και οι αρχές της πόλης, καθώς και οι επαγγελματίες του είδους, γιόρτασαν τα εκατό τρία χρόνια από την ¨απελευθέρωσή¨ της. Με ποια όμως ακριβώς έννοια χρησιμοποιείται εδώ και 103 χρόνια ο όρος ¨απελευθέρωση¨; Ποιος και τι ακριβώς απελευθερώθηκε; 



Καταρχάς, λογική προϋπόθεση της χρήσης μιας τέτοιας έκφρασης είναι η ταύτιση της ελευθερίας με το (ή με ένα) κράτος. Έτσι ένας πληθυσμός ή και μια εδαφική έκταση κατέληξε να θεωρείται «ελεύθερη» με αποκλειστικό κριτήριο το εάν εντάσσεται σε αυτήν ή την άλλη κρατική επικράτεια και ειδικότερα σε εκείνη που θεωρείται ως η «φυσική» της, που υποτίθεται ότι αντιστοιχεί στην εθνοτική καταγωγή και στον εθνικό χαρακτήρα του εν λόγω πληθυσμού ή έκτασης. 



Όπως είναι προφανές, πρόκειται ήδη για μια υπεξαίρεση/οικειοποίηση της έννοιας της ελευθερίας από τον «μεθοδολογικό εθνικισμό», για μια εξαιρετικά περιοριστική κατανόηση του όρου. Ακόμη όμως και με αυτή την περιοριστική έννοια, είναι εξαιρετικά προβληματικό να ισχυριστούμε ότι ο ελληνικός στρατός που εισήλθε το 1912 στη Θεσσαλονίκη την «απελευθέρωσε». 



  



Πάντως οι τότε κάτοικοι της πόλης δεν έδειχναν να αισθάνονται ιδιαίτερα «απελευθερωμένοι». Τη χρονική στιγμή που ο ελληνικός στρατός μετά από πολεμική εκστρατεία και εισβολή στα εδάφη τής τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας κατέλαβε και τη συγκεκριμένη πόλη και για αρκετούς αιώνες προηγουμένως, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης αποτελούνταν από πολυάριθμες εθνοτικές ομάδες, από τις οποίες η πολυπληθέστερη αλλά και η σημαντικότερη από άποψη οικονομικής, πνευματικής και κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας ήταν οι Σεφαραδίτες Εβραίοι, ενώ οι ελληνόφωνοι ορθόδοξοι ήταν μόλις η τρίτη σε αριθμό πληθυσμιακή ομάδα. 



  



Κατά την πρώτη συστηματική απογραφή του πληθυσμού της πόλης που έγινε από τις ελληνικές αρχές στις 28 Απριλίου 1913, η ελληνική κοινότητα βρισκόταν στην τρίτη θέση του συνόλου των 157.889 κατοίκων, με 39.965 άτομα (25,3%) έναντι 61.439 Ισραηλιτών (38,9%), 45.867 μουσουλμάνων(29%), 6.263 Βουλγάρων(3,9%) και 4.364 (2,7%) άλλων εθνικοτήτων. 



Ακόμη λοιπόν και με τα συμβατικά εθνοκρατικά κριτήρια, ο καταλληλότερος χαρακτηρισμός για αυτό που συνέβη το 1912 θα ήταν μάλλον «η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό».



Η ομοιόμορφη και απροβλημάτιστη χρήση του όρου «απελευθέρωση» δημιουργεί την παραπλανητική εντύπωση ότι μέχρι το 1912 όλα ήταν σκλαβιά και μαυρίλα και εν πάση περιπτώσει δεν μας πολυενδιαφέρει τι ήταν. Η «πραγματική» ιστορία της πόλης αρχίζει μετά τη χρονολογία αυτή, ενώ ό,τι έγινε πριν έχει νόημα μόνο στο βαθμό που «προετοίμαζε» την τωρινή ευτυχή κατάληξη - κατάληψη. 



Ωστόσο αν προσπαθήσουμε να κάνουμε έναν απολογισμό αυτών των 103 χρόνων και να δούμε τι αποτελέσματα είχε η ένταξη της πόλης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους, θα διαπιστώναμε ότι δεν μπορούμε να βρούμε και πολλά πράγματα τα οποία να ήταν ιδιαίτερα «απελευθερωτικά» με οποιαδήποτε έννοια του όρου.



Καταρχάς, η μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα (Σεφαραδίτες Εβραίοι), στη συντριπτική της πλειοψηφία εξοντώθηκε βιολογικά δύο δεκαετίες αργότερα. Την εξόντωση αυτή βέβαια τη σχεδίασαν και την υλοποίησαν οι Ναζί. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης όμως δεν φάνηκε να δυσαρεστήθηκαν ιδιαίτερα γι’ αυτό. Αντιθέτως πολλοί από αυτούς προεξάρχοντος του δήμου και των λοιπών αρχών της πόλης, δωσιλογικών ή εθνικοφρόνων, έσπευσαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος της παρουσίας των Εβραίων ιδιοποιούμενοι όσα τους ήταν χρήσιμα και απλώς καταστρέφοντας τα υπόλοιπα. 



Μεταξύ των οποίων και μια ανυπολόγιστης αρχαιολογικής αξίας εβραϊκή νεκρόπολη, μια από τις σημαντικότερες της Ευρώπης, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς με εκδικητική μανία εντός ελάχιστου χρόνου. Σήμερα η πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης δεν γνωρίζει καν ότι υπήρξε κάποτε ένα τέτοιο νεκροταφείο.




 






  

   
Στη θέση του με πρωτοφανή κυνισμό ανεγέρθηκε το πανεπιστήμιο της πόλης, το οποίο φέρει την επωνυμία «Αριστοτέλειο», έχει ως λογότυπο του έναν Ρωμαίο στρατιωτικό που ανακηρύχθηκε σε χριστιανό άγιο μετά το θάνατό του και που πάντως όσο ζούσε δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τις επιστήμες και τα γράμματα. 






Ένα άλλο αποτέλεσμα επίσης ήταν, ότι μία δεκαετία αργότερα το ελληνικό κράτος εγκατέστησε στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή πολλές δεκάδες χιλιάδες Μικρασιατών και Ποντίων προσφύγων, στις πλάτες των οποίων είχε την πρώτη ευκαιρία να δοκιμάσει σε τόσο μαζική κλίμακα την τεχνολογία του στρατοπέδου. 



Μετά την απαραίτητη συμβολική και υλική καραντίνα, οι πληθυσμοί αυτοί χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά ως έποικοι για τον «εξελληνισμό» της ευρύτερης περιοχής, χωρίς να εκλείψει ποτέ ο κλοιός της στενής παρακολούθησης και η υποψία της «αμφίβολης ελληνικότητας» που τους βάραινε στον ένα ή τον άλλο βαθμό, με αποτέλεσμα να τους οδηγεί σε διαρκείς πλειοδοσίες προκειμένου να αποσείσουν την υποψία. 



Σήμερα βέβαια η αμφισβήτηση αυτή δεν διατυπώνεται ρητά, αν εξαιρέσουμε κάποια συνθήματα που εκφωνούνται μεταξύ σοβαρού και αστείου στον χώρο του αθλητισμού. 



Σε αυτή την άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε θορυβώδη εθνοκάθαρση του κοινωνικού ιστού της πόλης, ή και αυτοεθνοκάθαρση, θα πρέπει να προσθέσουμε τη διάλυση της πολυεθνικής σοσιαλιστικής Φεντερασιόν (υπό τον Αβραάμ Μπεναρόγια), τον εμπρησμό του Κάμπελ από ελληνικά εθνικιστικά στοιχεία (εβραϊκή φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης), την πολύνεκρη καταστολή των διαδηλωτών της απεργίας του 1936 από το στρατό (τον ίδιο αυτό στρατό που λίγο νωρίτερα τους είχε ¨απελευθερώσει¨), τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη από το κράτος - παρακράτος το 63΄ κτλ...



 

(Αβραάμ Ελιέζερ Μπεναρόγια)









 

(O 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης.  Η μητέρα του θρηνεί τον γιο της, τον πρώτο νεκρό της αιματηρής καταστολής της διαδήλωσης των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης)









Ένα υπόλοιπο όμως που περισσεύει και που υπονομεύει διαβρωτικά την φαινομενικά πλήρη τακτοποίηση της μνήμης και την απώθηση των ενοχλητικών στοιχείων από το παρελθόν, είναι η οργάνωση του αστικού χώρου της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα οι πολιτικές σε ζητήματα δημόσιας μνήμης και μνημείων. 



Αν κοιτάξει κανείς τις επιλογές όσον αφορά τα αγάλματα που ¨κοσμούν¨ τις οδούς και τις πλατείες της Θεσσαλονίκης, αλλά και όσον αφορά τις ίδιες τις ονομασίες και τις μετονομασίες των εν λόγω οδών και πλατειών, θα σχηματίσει την εντύπωση ότι η πόλη βρίσκεται ακόμα ή τουλάχιστο βρισκόταν μέχρι πρόσφατα υπό κατοχή. Ότι πρόκειται για μία πόλη στην οποία υπάρχει μια διάχυτη ανασφάλεια και μια ανάγκη να υπενθυμίζεται διαρκώς ποιος κάνει κουμάντο εδώ. Να πειθαρχείται διαρκώς το βλέμμα των κατοίκων και των επισκεπτών προς την πανταχού παρούσα αρχή της ελληνο κανονιστικότητας.  



Τα αγάλματα λοιπόν που συναντά κανείς στο δημόσιο χώρο της Θεσσαλονίκης, στη συντριπτική τους πλειοψηφία συντηρούν και τιμούν μία μνήμη μιλιταριστική, πολεμικής κατάκτησης. Πολλά απεικονίζουν επιδεικτικά διάφορους μαχαιροβγάλτες, συνήθως καπεταναίους του λεγόμενου «Μακεδονικού Αγώνα» των αρχών του 20ού αιώνα, οι οποίοι ωστόσο παρά τη σχεδόν μονοπωλιακή προβολή τους παραμένουν άγνωστοι και μάλλον αδιάφοροι για τους περισσότερους κατοίκους. Πέρα από αυτούς, το μενού διαθέτει φυσικά Αλέξανδρο (έφιππο), Φίλιππο (πεζό), Παύλο Μελά, Εμμανουήλ Παπά, και Κολοκοτρώνη. 



Τα αγάλματα στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι απεικονιστικά, αν όχι νατουραλιστικά. Αναπαριστούν με υπερβολικά λεπτομερή απόδοση υπαρκτά πρόσωπα, ένοπλους ήρωες μαχών και θριάμβων, «όπως ήταν στην πραγματικότητα» ή έστω λίγο εξιδανικευμένους. 



Είτε πιο πρόσφατα (έσχατη παραχώρηση) νοητικές αφαιρέσεις/συμπυκνώσεις υπαρκτών κατηγοριών προσώπων, όπως ιδίως ο «Κρητικός Μακεδονομάχος» που ατενίζει απειλητικά τους διαβάτες της Διαγωνίου.






Ή η καρτερική και αγόγγυστη «Γυναίκα της Πίνδου» που επιτελεί την υποταγή και τη σιωπηλή συμβολή της στους αγώνες του έθνους, υπό την έγγραφη (χαραγμένη στη βάση του αγάλματος) συνοδεία του έντεχνου ελαφρολαϊκού κιτς του 73΄ (από τον δίσκο ¨Αλβανία¨). Αυτή είναι ίσως και η μόνη γυναίκα ή σύμβολο γυναίκας που έχει απαθανατιστεί από τη μνημειακή αρχιτεκτονική της ¨απελευθερωμένης¨ Θεσσαλονίκης. 









Εξίσου δυσεύρετη είναι η παρουσία οποιουδήποτε καλλιτέχνη ή διανοητή. Υπάρχει ένα κακόγουστο και πάντοτε αυστηρά αναπαραστατικό άγαλμα του Αριστοτέλη στην ομώνυμη πλατεία, το οποίο όμως τοποθετήθηκε τη δεκαετία του 90΄ για πολύ διαφανείς χρησιμοθηρικούς σκοπούς.






Όχι βέβαια επειδή οι ελληνοορθόδοξοι Μουτζαχεντίν που παριστάνουν την «πνευματική ελίτ της πόλης» καταλήφθηκαν από ξαφνικό θαυμασμό και ενδιαφέρον για τα ¨Ηθικά Νικομάχεια¨ και την ¨Αθηναίων Πολιτεία¨, αλλά επειδή έτσι φαντάζονταν ότι θα δώσουν την αποστομωτική απάντηση στους ιερόσυλους Σκοπιανούς.



 






 



Εκτός από την τοποθέτηση νέων μνημείων, η αστυνόμευση της μνήμης συντελείται και με την ηθελημένη ή εξ αμελείας και εξ αδιαφορίας καταστροφή όλων των κτισμάτων που δεν μπορούσαν να ενταχθούν στον κανόνα της αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνισμού ή έστω του βυζαντινισμού (ρωμαϊσμού). Ή που ακόμα χειρότερα διέψευδαν εμπράκτως την αφήγηση αυτή. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους δεκάδες μιναρέδες που δέσποζαν στον ουρανό της πόλης, σε όλες τις πρώτες φωτογραφίες της, μέχρι και τη δεκαετία του 1910. 



Στο μόνο κτίσμα που μια τέτοια εθνοκάθαρση της μνήμης δεν ήταν δυνατό να γίνει υλικά, τον Λευκό Πύργο ή Πύργο του Αίματος, έγινε συμβολικά δια της πρόσδοσης νέου νοήματος ή συσκότισης του νοήματος. Στην είσοδό του τοποθετήθηκε επεξηγηματικός πίνακας ο οποίος πληροφορεί τους ενδιαφερομένους ότι πρόκειται για «μεταβυζαντινό» μνημείο, για να μην τύχει και τεθεί στη δημόσια κυκλοφορία η ανυπόφορη λέξη «οθωμανικό» και την μολύνει. 



Αν στρέψουμε λοιπόν το βλέμμα και την ακοή μακριά από τις ρητές διακηρύξεις και αποσιωπήσεις που επαναλαμβάνουν εμμονοληπτικά τη διαβεβαίωση περί αδιάλειπτης ελληνικότητας, θα δούμε να αποτυπώνεται σε αυτή μια εικόνα αμφιβολίας η οποία δεν απομακρύνεται, αντιθέτως υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο από την ασφυκτική υπαγωγή αρχόντων και αρχομένων σε μια διαρκή «κυβερνολογική», σε έναν αυτοέλεγχο της συμμόρφωσης προς την ελληνοκανονιστικότητα. 



Αυτή η ανάγκη των κατοίκων να δίνουν συνεχώς εξετάσεις στον εαυτό τους και ο ένας στον άλλο, αποτέλεσμα 103 ετών κατοχής και σκλαβιάς, δεν νομίζoυμε ότι αξίζει και πολύ το χαρακτηρισμό «απελευθέρωση». Μάλλον σαν υποδούλωση μοιάζει. 
  





Δεν υπάρχουν σχόλια: